ἐϋκτίμενος

ἐϋκτίμενος [ῐ], η, ον, (kti/zw)
A = εὖ ναιόμενος, good to dwell in, epith. of cities,

ἐϋ. πτολίεθρον Il.2.501

, etc.;

πόλις B.5.149

; of anything on which man's labour has been bestowed, νῆσον ἐϋκτιμένην ἐκάμοντο wrought it so as to be good to dwell in, Od.9.130
; ἐϋ. ἐν ἀλωῇ on a well-made threshing-floor, Il.20.496, 21.77; the same phrase, of a garden, well-wrought, Od.24.226. (εὐκτ- in h.Ap.36, B. l.c.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐυκτίμενος — ἐϋκτίμενος , ἐυκτίμενος good to dwell in masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εϋκτίμενος — ἐϋκτίμενος, η, ον (Α) 1. (ως επίθ. πόλεων) καλός για να κατοικήσει, να διαμείνει κάποιος («ἐϋκτίμενον πτολίεθρον», Ομ. Ιλ.) 2. (και για κάθε ανθρώπινο έργο) καλά κατασκευασμένος, καλά καλλιεργημένος, καλοχτισμένος (α. «νῆσον ἐϋκτιμένην ἐκάμοντο» …   Dictionary of Greek

  • εὐκτίμενον — ἐυκτίμενος good to dwell in masc acc sg ἐυκτίμενος good to dwell in neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτιμένη — ἐυκτίμενος good to dwell in fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτιμένην — ἐυκτίμενος good to dwell in fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐκτιμένας — εὐκτιμένᾱς , ἐυκτίμενος good to dwell in fem acc pl εὐκτιμένᾱς , ἐυκτίμενος good to dwell in fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυκτιμένας — ἐϋκτιμένᾱς , ἐυκτίμενος good to dwell in fem acc pl (epic) ἐϋκτιμένᾱς , ἐυκτίμενος good to dwell in fem gen sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐυκτίμενον — ἐϋκτίμενον , ἐυκτίμενος good to dwell in masc acc sg (epic) ἐϋκτίμενον , ἐυκτίμενος good to dwell in neut nom/voc/acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγακτιμένη — ἀγακτιμένη, η (Α) η πόλη που έχει χτιστεί καλά ή σε καλή τοποθεσία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀγα + κτίμενος (πρβλ. ἐϋκτίμενος), μτχ. κάποιου αθέματου ρήματος *κτίμαι (πρβλ. αρχ. ινδ. αθέμ. ρ. kseti, ksivanti «κατοικεί, κατοικούν» και μυκην. ki ti je si =… …   Dictionary of Greek

  • εΰκτιτος — ἐΰκτιτος, ον (Α) εϋκτίμενος* («πόλις ἐΰκτιτος», Ησίοδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ (εϋ) + κτιτος (< κτίζω), πρβλ. ά κτιτος, που μαρτυρείται και στα Μηκυναϊκά στον τύπο a ki ti to] …   Dictionary of Greek

  • εύκτιστος — εὔκτιστος, ον, ποιητ. τ. ἐΰκτιστος, ον (Μ) εϋκτίμενος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + κτιστός] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.